Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

Μουσική και Χοροί...


Το αντιπροσωπευτικό μουσικό όργανο της Κρήτης είναι η ξακουστή Λύρα. Η Λύρα είναι έγχορδο όργανο φτιαγμένο από ξύλο και αποτελείται από 3 χορδές, παλιότερα 4, οι οποίες δημιουργούν τις νότες με την βοήθεια ενός δοξαριού.
Η λύρα συνοδεύεται από ένα άλλο όργανο, το λαούτο. Το λαούτο είναι και αυτό έγχορδο και παίζεται με πένα ή με τα δάκτυλα και κρατάει το πάσο όπως λέγεται στην μουσική γλώσσα. Υπάρχουν κι άλλα παραδοσιακά όργανα όπως το ούτι, η ασκομπαντούρα, και το χαμπιόλι. Ο μουσικός σκοπός που βγαίνει μέσα από την λύρα συνοδεύεται από το τραγούδι τους λυράρη.
" Τα όρη κάνουνε βοσκούς και το κρασί μπεκρήδες
και το σχολειό γραμματικούς κ' η λύρα μερακλήδες "
Υπάρχουν 3 κατηγορίες τραγουδιών στην Κρήτη : Τα ριζίτικα, οι μαντινάδες και τα ιστορικά.
Μαντινάδες : Η κρητική μαντινάδα είναι το πιο διαδεδομένο μουσικό είδος στην Κρήτη. Οι μαντινάδες είναι δίστιχα δεκαπεντασύλλαβα με περιεχόμενο κυρίως τον έρωτα, την σάτιρα, την ιστορία κ.α. Οι λυράρηδες πολλές φορές αυτοσχεδιάζουν μαντινάδες και αυτό δείχνει την ικανότητα τους. Παρόμοιο είδος με την μαντινάδα είναι οι "ρίμες" που αποτελούνται από δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους και με περιεχόμενο όμοιο με αυτό της μαντινάδας.
" Ο κρητικός σα στολιστεί και βάλει τα καλά του
ούλος ο κόσμος χαίρεται την τόση λεβεντιά του "
Ριζίτικα : Τα ριζίτικα τραγούδια τα συναντάμε στην Δυτική Κρήτη, κυρίως στις ρίζες (εξού και ριζίτικα) των Λευκών ορέων. Τα ριζίτικα χωρίζονται σε δυο κατηγορίες στα ριζίτικα της τάβλας και στα ριζίτικα της στράτας. Τα ριζίτικα της τάβλας (τραπέζι) τραγουδιόνται χωρίς όργανα γύρω από το τραπέζι. Τα τραγούδια της στράτας συνοδεύονται από όργανα και τραγουδιόνται στο δρόμο (στράτα), κυρίως όταν πηγαίνουν να πάρουν την νύφη από το σπίτι της για το γάμο.
Ιστορικά : Τα ιστορικά τραγούδια αφηγούνται τον ηρωισμό, την αγωνιστικότητα και την περηφάνια του κρητικού λαού. Επίσης μαρτυρούν την πολυτάραχη ζωή του νησιού και τους αγώνες που έδωσαν οι κρητικοί για την λευτεριά του τόπου τους.
Η μουσική και τα τραγούδια συνοδεύονται και από τον κρητικό χορό. Οι χοροί της Κρήτης εκφράζουν την λεβεντιά του κρητικού λαού. Οι χοροί στην Κρήτη έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα και θεωρούνται εξέλιξη του λατρευτικού λαβυρινθιακού χορού όπου ο Θησέας μετέφερε στην Ηπειρωτική Ελλάδα, όπου και χορεύονταν σε ανάμνηση της νίκης του πάνω στον Μινώταυρο. Σήμερα στην Κρήτη υπάρχουν πέντε είδη χορού : ο σιγανός, ο πεντοζάλης, ο συρτός, ο καστρινός και η σούστα.
{mmp3}siganos.mp3{/mmp3}Σιγανός : Χορεύεται με τα χέρια πλεγμένα στους ώμους και αποτελεί την εισαγωγή στον πεντοζάλη. Τα βήματα είναι όμοια με του πεντοζάλη αλλά σιγανά και απαλά. Ο χορός χορεύεται και από άντρες και από γυναίκες.
{mmp3}pentozal.mp3{/mmp3}Πεντοζάλης : Το όνομα του οφείλεται στα πέντε βήματα (ζάλα) τα οποία επαναλαμβάνονται και γίνονται δέκα. Είναι παρόμοιος με τον χορό "πυρρίχιο", πολεμικό χορό των αρχαίων Ελλήνων. Οι χορευτές, που είναι και άντρες και γυναίκες, είναι πιασμένοι από τους ώμους με τα χέρια τεντωμένα.
{mmp3}sirtos.mp3{/mmp3}Συρτός : Ο συρτός ονομάζεται αλλιώς και Χανιώτικος. Έχει διάφορες παραλλαγές σ'ολόκληρο το νησί ενώ χορεύεται και στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Χορεύεται από άντρες και γυναίκες, οι οποίοι είναι πιασμένοι χέρι - χέρι στο ύψος του ώμου. Είναι ήπιος χορός αλλά με πολλές φιγούρες από τον πρώτο χορευτή.
cretan_sousta{mmp3}malev.mp3{/mmp3}Καστρινός : Το όνομα του προέρχεται από το Μεγάλο Κάστρο, το Ηράκλειο. Εναλλακτική ονομασία του χορού είναι πηδηχτός ή Μαλεβιζιώτικος. Χορεύεται μόνο από άντρες και έχει οκτώ βήματα.
{mmp3}sousta.mp3{/mmp3}Σούστα : Το όνομα του χορού οφείλεται στο ρυθμικό ανεβοκατεβάσματα του κορμιού. Χορεύεται από άντρες και γυναίκες (σε ζευγάρια) αντικριστά και έχει ερωτικό χαρακτήρα. Αποτελείται από 6 βήματα. 
Εκτός από τους 5 αυτούς χορούς υπήρχαν και άλλοι όπως ο απανωμερίτης, ο κατσιμπαρδιανός, κ.α αλλά έχουν πάψει εδώ και χρόνια να χορεύονται.

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Κρητικό Μαχαίρι....

Το Κρητικό μαχαίρι, αχώριστος σύντροφος κάθε Κρητικού παλιότερα, το πήραν μαζί τους οι Κρητικοί παντού όπου και αν πήγαν είτε ως ταξιδιώτες, είτε ως μετανάστες, όταν σε δύσκολες εποχές ορισμένοι απ' αυτούς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το όμορφο νησί τους.
Μπορεί να το συναντήσει κανείς εκτός από την Κρήτη και την υπόλοιπη Ελλάδα στα πέρατα του κόσμου. Από την Αίγυπτο μέχρι τη Ρωσία και από τις ΗΠΑ και τον Καναδά μέχρι την Αυστραλία, είτε σε σπίτια Κρητικών περήφανο οικογενειακό κειμήλιο, είτε σε καταστήματα μεταχειρισμένων ειδών και παλαιοπωλεία σκονισμένο και χωρίς ταυτότητα, ανάμεσα σ' ένα σωρό ετερόκλητα αντικείμενα να περιμένει τον άνθρωπο που θα τ' αναγνωρίσει και θα τ' αποκτήσει, καταβάλλοντας ως αντίτιμο κάποιο χρηματικό ποσό. Καθένα απ' αυτά κρύβει μία μικρή ή μεγάλη ιστορία, μία ιστορία δεμένη με το νησί της Κρήτης και με την Κρητική παλικαροσύνη.
Αφού λοιπόν η παράδοση και τα ιστορικά τεκμήρια έχουν πολιτιστική αξία και πολιτιστική φερεγγυότητα, αξίζει να μελετηθεί και να τιμηθεί το χειροποίητο Κρητικό μαχαίρι, προτού η παραδοσιακή κατασκευή του σβήσει μέσα στην ατέρμονη κίνηση του χρόνου και τούτο, γιατί κάθε φορά που σβήνει μία παραδοσιακή τέχνη, ο ανθρώπινος πολιτισμός γίνεται φτωχότερος.

Το Κρητικό Μαχαίρι, η ιστορία του

κρητικός ζωσμένος με το μαχαίρι τουΈνα από τα πρώτα εργαλεία τα οποία κατασκεύασε ο άνθρωπος και το οποίο τον βοήθησε να επιβιώσει στη μακριά και δύσκολη εποχή της αυγής του πολιτισμού είναι το μαχαίρι, το πρώτο αγχέμαχο όπλο. Για την κατασκευή του, μιμήθηκε στο σχήμα τα νύχια των άγριων ζώων, με τα οποία αυτά έπιαναν και φόνευαν τη λεία τους.
Ένα από τα παλιότερα δείγματα μαχαιριού με τη μορφή με την οποία το γνωρίζουμε σήμερα βρέθηκε στο Τζεμπέλ - Ελ - Αράκ ( Gebel - El - Arak ) της Αιγύπτου, κατασκευάστηκε από επεξεργασμένο οψιδιανό λίθο κι έχει λαβή από ελεφαντόδοντο, διακοσμημένη με ανάγλυφες παραστάσεις εμπνευσμένες από πολεμικές σκηνές. Το μαχαίρι αυτό κατασκευάστηκε γύρω στο 3.400 π.Χ. και βρίσκεται σήμερα στο μουσείο του Λούβρου. Όμως και στην Κίνα, τη Μεσοποταμία και το Λουριστάν του Ιράν βρέθηκαν μαχαίρια τα οποία αγγίζουν την ηλικία των 5.000 ετών.
Αλλά και στη Μυκηναϊκή Ελλάδα από το 1.500 π.Χ. και μετά κατασκευάστηκαν θαυμάσια αμφίστομα χάλκινα και ορειχάλκινα μαχαίρια, τα οποία το εμπόριο και το κίνητρο του κέρδους τα μετέφερε ακόμα και σε άλλους μακρινούς ευρωπαϊκούς τόπους, αφού το εξαγωγικό εμπόριο όπλων άνθισε στη Μυκηναϊκή εποχή.
Και στην κλασική Ελλάδα όμως, είχε ανθίσει η κατασκευή πληθώρας αγχέμαχων όπλων και κυρίως μαχαιριών, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στους αμέτρητους πολέμους, οι οποίοι κατασπάραξαν την Ελλάδα της κλασικής εποχής.
Την ίδια εποχή της Μυκηναϊκής ακμής, στη Μινωική Κρήτη η οποία μας κληροδότησε αρκετά λαμπρά έργα ενός προηγμένου και ταυτόχρονα ιδιόμορφου πολιτισμού, κατασκευάστηκαν αξιόλογα μαχαίρια, ελάχιστα δείγματα των οποίων έφτασαν μέχρι την εποχή μας. Στο μουσείο του Ηρακλείου μάλιστα, φυλάσσεται αγαλματίδιο πολεμιστή από τη Σητεία, Μινωικής εποχής, οπλισμένου με μαχαίρι το οποίο παρουσιάζει μερικές ομοιότητες με τα σύγχρονα Κρητικά μαχαίρια. Αξίζει ιδιαίτερα να τονιστεί ότι, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, τα αγχέμαχα όπλα και τα πολεμικά κράνη γεννήθηκαν στην Κρήτη, αφού εφευρέτες τους θεωρούνται οι Κουρήτες, ακόλουθοι του Δία.
Η ανάγκη άμυνας του μεγαλύτερου ελληνικού νησιού είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη της μεταλλουργίας και κατ' επέκταση της κατασκευής όπλων στην Κρήτη κατά την κλασική εποχή, όταν οι τοξότες του νησιού είχαν εξαιρετική φήμη σ' ολόκληρη την Ελλάδα και τη Μικρά Ασία, για τη δεινότητα με την οποία χειρίζονταν τα όπλα αυτά. Τη ρωμαϊκή εποχή, οι Ρωμαίοι απέκτησαν πικρή πείρα της μαχητικής ικανότητας των Κρητικών και της ευθυβολίας των τόξων τους όταν κατέλαβαν το νησί.
Κατά το Μεσαίωνα και ειδικότερα κατά τον 9ο αιώνα η Κρήτη καταλήφθηκε από τους Σαρακηνούς, οι οποίοι ήρθαν από την Ισπανία. Με ορμητήριο το νησί ταλαιπωρούσαν με τις επιδρομές τους ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο. Οι Σαρακηνοί της Κρήτης κατασκεύαζαν διάφορους τύπους όπλων επιτόπια και μ' αυτά εξόπλιζαν πλοία και πληρώματα κατά τις ναυτικές επιδρομές τους.
Μετά τη νικηφόρα εκστρατεία του Νικηφόρου Φωκά και την καταστροφή των Σαρακηνών της Κρήτης, το νησί επανήλθε στην εξουσία των Βυζαντινών όπου και παρέμεινε μέχρι τις αρχές του 13ου αιώνα, οπότε πέρασε στα χέρια των Βενετών πολύτιμο λάφυρο από τη διανομή των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μετά τη διάλυση της από τους Σταυροφόρους της τέταρτης σταυροφορίας.
Οι Βενετοί κράτησαν την Κρήτη κάτω από την εξουσία τους για περισσότερα από 450 χρόνια. Στο γεγονός αυτό συνέβαλε η εξαιρετική οργάνωση της διοικητικής τους μηχανής και το αμυντικό σύστημα το οποίο είχαν αναπτύξει στο νησί, σύμφωνα με το οποίο εκτός από τις ισχυρές τακτικές στρατιωτικές δυνάμεις, η άμυνα ενισχυόταν από την τοπική πολιτοφυλακή Κρητικών τοξοτών, φημισμένων σε ολόκληρη την ανατολή και από τις δυνάμεις των Ελλήνων και Ιταλών γαιοκτημόνων του νησιού. Οι τελευταίες αυτές δυνάμεις εξοπλίζονταν ασφαλώς με όπλα τα οποία κατασκεύαζαν επιτόπια Κρητικοί τεχνίτες.
Μαρτυρίες για τη χρήση μαχαιριών για πολεμικούς σκοπούς κατά το Μεσαίωνα έχουμε σε γραπτές πηγές, οι οποίες αναφέρονται στην επανάσταση των Ψαρομηλίγγων κατά των Βενετών στα μέσα του 14ου αιώνα. Κατά την επανάσταση εκείνη οι Κρητικοί επαναστάτες ήταν οπλισμένοι με τόξα, λόγχες, ρόπαλα, μαχαίρες και πέλεκεις.
Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, την εποχή της Βενετοκρατίας υπήρχαν μαχαιράδικα στο Ηράκλειο της Κρήτης, εγκαταστημένα στην ίδια ακριβώς θέση που βρίσκονται και σήμερα.
Μετά την τουρκική κατάκτηση της Κρήτης, οι μεταλλουργοί του νησιού συνέχιζαν να κατασκευάζουν εξαίρετα μεταλλουργικά προϊόντα, μεταξύ των οποίων και μαχαίρια, τα οποία κατά το 19ο αιώνα με τις επανειλημμένες επαναστάσεις των Κρητικών οι οποίοι διψούσαν για ελευθερία, αποκτούν ξεχωριστή αξία.
κρητικοί πολεμιστές
- Κρητικοί ζωσμένοι με τα άρματα τους -
Η συναισθηματική αλλά και πρακτική πολεμική αξία του Κρητικού μαχαιριού συνεχίστηκε και στον αιώνα μας, αφού το Κρητικό μαχαίρι υπήρξε απαραίτητο συμπλήρωμα της πολεμικής εξάρτησης του Κρητικού παλικαριού στο Μακεδονικό αγώνα, στους Βαλκανικούς πολέμους, στη Μικρασιατική εκστρατεία, ακόμα και κατά τη διάρκεια του Β' παγκοσμίου πολέμου όπου οι Κρητικοί αντάρτες ήταν οπλισμένοι και με το παραδοσιακό τους Κρητικό μαχαίρι, σύμβολο της Κρητικής αντρειοσύνης και του πνεύματος αντίστασης της Κρήτης εναντίον κάθε κατακτητή.

το γιαταγάνι του Δασκαλογιάννη

- το Γιαταγάνι του Δασκαλογιάννη. Σήμερα το γιαταγάνι του Δασκαλογιάννη βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη, αποτελώντας ένα από τα πολυτιμότερα κειμήλια των συλλογών του. -

Νίκος Καζαντζάκης


Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, στις 18 Φεβρουαρίου του 1883, εποχή κατά την οποία το νησί, αποτελούσε ακόμα μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[1]. Ήταν γιος του, καταγόμενου από το χωριό Βαρβάροι (σημερινή Μυρτιά), εμπόρου γεωργικών προϊόντων και κρασιού, Μιχάλη Καζαντζάκη (1856 - 1932), και της Μαρίας (-1932) και είχε δύο αδελφές. Στο Ηράκλειο έβγαλε το γυμνάσιο και το 1902 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ξεκίνησε νομικές σπουδές.
Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα, το 1906, δημοσιεύοντας το δοκίμιο Η Αρρώστια του Αιώνος και το πρώτο του μυθιστόρημα Όφις και Kρίνο (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβάμη). Τον επόμενο χρόνο ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές, στο Παρίσι. Παράλληλα, σημαντική επίδραση στον Καζαντζάκη είχαν οι διαλέξεις του Ανρί Μπεργκσόν, τις οποίες παρακολουθούσε. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, δημοσίευσε αρκετές κριτικές μελέτες σε διάφορα περιοδικά κι έκδωσε το 1909 τη διατριβή του επί υφηγεσία Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας. Το 1910 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Το 1911 παντρεύτηκε τη Γαλάτεια Αλεξίου, στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, στο νεκροταφείο Ηρακλείου, κι αυτό γιατί φοβόταν τον πατέρα του, που δεν ήθελε για νύφη τη Γαλάτεια. Στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, το 1912, κατατάχτηκε εθελοντής, αποσπασμένος στο γραφείο του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου. Στη συνέχεια, πρωτοστάτησε στην κίνηση για την ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, μέσω του οποίου συνδέθηκε φιλικά, το 1914, με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό.
Μαζί ταξίδεψαν στο Άγιον Όρος όπου διέμειναν περίπου σαράντα ημέρες, ενώ περιηγήθηκαν και σε πολλά ακόμα μέρη της Ελλάδας. Την περίοδο αυτή ήρθε σε επαφή και με το έργο του Δάντη, τον οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει στα ημερολόγια του ως έναν από τους δασκάλους του, μαζί με τον Όμηρο και τον Μπεργκσόν. Το 1915 άρχισε μια επιχείρηση ξυλείας, που απέτυχε, στο Άγιο Όρος, μαζί με τον Ιωάννη Σκορδίλη.

Το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος διόρισε τον Καζαντζάκη Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως, έχοντας ως αποστολή τον επαναπατρισμό Ελλήνων από την περιοχή του Καυκάσου. Oι εμπειρίες που αποκόμισε αξιοποιήθηκαν αργότερα στο μυθιστόρημα του Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται. Τον επόμενο χρόνο, μετά την ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων, ο Καζαντζάκης αποχώρησε από το Υπουργείο Περιθάλψεως και πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην Ευρώπη. Το 1922 επισκέφτηκε τη Βιέννη, όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Φρόυντ και τις βουδιστικές γραφές.
Επισκέφτηκε ακόμα τη Γερμανία ενώ το 1924 έμεινε για τρεις μήνες στην Ιταλία. Την περίοδο 1923-1926 πραγματοποίησε επίσης αρκετά δημοσιογραφικά ταξίδια στη Σοβιετική Ένωση, την Παλαιστίνη, την Κύπρο και την Ισπανία, όπου του παραχώρησε συνέντευξη ο δικτάτορας Πρίμο ντε Ριβέρα.
Τον Οκτώβριο του 1926 πήγε στη Ρώμη και πήρε συνέντευξη από τον Μπενίτο Μουσολίνι. Επίσης, εργάστηκε ως ανταποκριτής των εφημερίδων Ελεύθερος Τύπος και Η Καθημερινή. Είχε, βέβαια, γνωριστεί με την Ελένη Σαμίου, το 1924, - το διαζύγιο με την Γαλάτεια εκδόθηκε το 1926 - με την οποία έζησε 21 χρόνια χωρίς γάμο. Παντρεύτηκαν το 1945 κι αυτό γιατί με τον καλό του φίλο, τον Άγγελο Σικελιανό και τη δεύτερη γυναίκα του, θα πήγαιναν στις ΗΠΑ.
Τον Αύγουστο του 1924, ο Καζαντζάκης φυλακίστηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, επειδή είχε αναλάβει την πνευματική ηγεσία μια κομμουνιστικής οργάνωσης δυσαρεστημένων προσφύγων. Σ' αυτό το επεισόδιο αναφέρεται ο Παντελής Πρεβελάκης και η Έλλη Αλεξίου.

Το Μάιο του 1927 απομονώθηκε στην Αίγινα με σκοπό την ολοκλήρωση της Οδύσσειας. Τον ίδιο χρόνο ξεκίνησε την ανθολογία των ταξιδιωτικών του άρθρων για την έκδοση του πρώτου τόμου του Ταξιδεύοντας ενώ τοπεριοδικό Αναγέννηση, του Δημήτρη Γλυνού, δημοσίευσε την Aσκητική, το φιλοσοφικό του έργο. Τον Οκτώβριο του 1927, ο Καζαντζάκης, φεύγει για τη Μόσχα, προσκαλεσμένος από την κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης, για να πάρει μέρος στις γιορτές για τα δεκάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης.
Εκεί γνωρίστηκε με τον Ελληνορουμάνο λογοτέχνη Παναΐτ Ιστράτι, μαζί με τον οποίον επέστρεψε στην Ελλάδα. Τον Ιανουάριο του 1928 στο θέατρο «Αλάμπρα», στην Αθήνα, μιλάνε εξυμνώντας τη Σοβιετική Ένωση, ο Καζαντζάκης κι ο Ιστράτι. Στο τέλος της ομιλίας έγινε και διαδήλωση.
Τόσο Καζαντζάκης όσο και ο συνδιοργανωτής της εκδήλωσης ο Δημήτρης Γληνός διώχθηκαν δικαστικά. Η δίκη ορίζεται στις 3 Απριλίου, αναβάλλεται μερικές φορές χωρίς ποτέ να γίνει. Τον Απρίλιο, ο Καζαντζάκης, ξαναβρέθηκε στη Ρωσία όπου ολοκλήρωσε ένα κινηματογραφικό σενάριο με θέμα τη Ρωσική Επανάσταση.
Τον Μάιο του 1929 απομονώθηκε σε ένα αγρόκτημα της Τσεχοσλοβακίας όπου ολοκλήρωσε στα γαλλικά τα μυθιστορήματα Toda-Raba (μετονομασία του αρχικού τίτλου Moscou a crie) και Kapetan Elia. Τα έργα αυτά, εντάσσονταν στην προσπάθεια του Καζαντζάκη να καταξιωθεί διεθνώς ως συγγραφέας. Η γαλλική έκδοση του μυθιστορήματος, Toda-Raba, έγινε με το ψευδώνυμο Νικολάι Καζάν.

Το 1930 θα δικαζόταν, πάλι, ο Καζαντζάκης γι' αθεϊσμό, για την «Ασκητική». Η δίκη ορίζεται για της 10 Ιουνίου, αλλά κι αυτή δεν έγινε ποτέ.


To 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε εκ νέου στην Αίγινα όπου ανέλαβε τη συγγραφή ενός γαλλοελληνικού λεξικού. Mετέφρασε ακόμα τη Θεία Κωμωδία του Δάντη. Επίσης, έγραψε ένα μέρος των ωδών, που τα ονόμασε κάντα. Αυτά ενσωματώθηκαν, αργότερα, σ' ένα τόμο με τον τίτλο Τερτσίνες (1960. Αργότερα ταξίδεψε στην Ισπανία ξεκινώντας παράλληλα τη μετάφραση έργων Ισπανών ποιητών. Το 1935 πραγματοποίησε ταξίδι στην Ιαπωνία και την Κίνα εμπλουτίζοντας τα ταξιδιωτικά του κείμενα. Το 1938 ολοκλήρωσε την Οδύσσεια, ένα επικό ποίημα στα πρότυπα της Οδύσσειας του Ομήρου, αποτελούμενο από συνολικά 33.333 στίχους και 24 ραψωδίες.
Η «Οδύσσεια» είχε φτάσει τους 42.000 στίχους. Αφαίρεσε, όμως, μερικές χιλιάδες, ο Καζαντζάκης, γιατί θεωρούσε σα γούρικο αριθμό το 3.
Για το έργο αυτό, ο Καζαντζάκης εργαζόταν για δεκατρία χρόνια και πριν την τελική του μορφή, προηγήθηκαν οκτώ αναθεωρημένες γραφές. Η πρώτη αυτοέκδοση της «Οδύσσειας» έγινε στην Αθήνα τον Οκτώβρη του 1938, με χρήματα της Αμερικανίδας Joe MacLeod. Το ίδιο διάστημα, πλήθος κειμένων του δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες ή περιοδικά ενώ το μυθιστόρημά του Ο Βραχόκηπος, που το είχε γράψει στα Γαλλικά, εκδόθηκε στην Ολλανδία και τη Χιλή. Κατά την περίοδο της κατοχής, συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Κακριδή για την μετάφραση της Ιλιάδας. Το 1943 ολοκλήρωσε το γράψιμο του μυθιστορήματός του «Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά».